Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Σαν σαπουνόπερα (Επίλογος)




Πολλά χρόνια πέρασαν, οι μνήμες της Αμαλίας ξεθώριασαν. Στο μεταξύ, τα συναισθήματά της απέναντι στον Κώστα είχαν μεταλλαχθεί πολλάκις. Από τον έρωτα και το κενό της απώλειας πήγαν γρήγορα στο θυμό, αλλά κυρίως στον οίκτο, την περιφρόνηση, την ισοπέδωση, τον αφορισμό... Ώρες-ώρες της φαινόταν γελοίος, καϋμένος, για λύπηση, άλλες πάλι τον μισούσε θανάσιμα και ευχόταν να πέθαινε ή καλύτερα να μπορούσε η ίδια να τον σκοτώσει. Κι αυτόν κι αυτή μαζί. Άλλες φορές, πάλι, σκεφτόταν -γελώντας, χρόνια μετά- τη στιγμή που θα τον σημάδευε με το όπλο, όχι τόσο γιατί ήθελε να τον ξεκάνει, όσο για να δει το γελοίο του, φοβισμένο βλέμμα όταν θα έτρεχε να κρυφτεί πίσω από την ποδιά της Χριστίνας. Και τα χρόνια πέρασαν, η ανάμνηση του Κώστα θάφτηκε σε ένα μικρό κουτάκι στο μυαλό της Αμαλίας, αν και η σφραγίδα που άφησε μάλλον είχε επηρεάσει δραστικά τις επιλογές και τη συμπεριφορά της για χρόνια ολόκληρα.


Σεπτέμβριος 2004

Η Αμαλία βρίσκεται στο πατρικό της σπίτι, είναι βραδάκι Δευτέρας και χαζοασχολείται με διάφορα, περιμένοντας να περάσει η ώρα για να συναντήσει τον φίλο της. Έξι μηνών σχέση και είναι όλα υπέροχα! Χτυπάει το τηλέφωνο του σπιτιού, ένας άγνωστος αριθμός από Αθήνα εμφανίζεται στην οθόνη του ασύρματου και μία ζεστή ανδρική φωνή ζητάει την Αμαλία. Στην απάντηση "ναι, η ίδια", η φωνή φαίνεται να διστάζει για λίγο. Μερικά κλάσματα δευτερολέπτου μεσολαβούν μέχρι να ακουστεί:
- "Καλησπέρα. Είμαι ο Κώστας. (μικρή παύση) ο Κώστας ο Κ...άκης". 
Μικρό ξάφνιασμα. Περίεργο! Μικρό. Σαν να μην έπεσε από τα σύννεφα η Αμαλία... Μήπως επειδή δεν την νοιάζει πια; Μήπως επειδή ο Κώστας είναι τόσο καταχωνιασμένος μέσα της, που σχεδόν δεν συνειδητοποιεί ποιος της μιλάει; Μήπως επειδή το όνομά του της φέρνει πια ένα μούδιασμα, μια ανικανότητα να αισθανθεί; Λίγο απ' όλα, σίγουρα... 
- "Ναι, τι θέλεις;" 
- "Χρόνια πριν έκανα κάτι που ακόμη με βασανίζει. Σου χρωστάω μια συγγνώμη. Με συγχωρείς". 
- "Μάλιστα, δεν έχω να πω κάτι επ' αυτού. Καληνύχτα".
- "Το καταλαβαίνω. Καληνύχτα".
Συνομιλία μερικών δευτερολέπτων. Ίσως έπρεπε να είχε μιλήσει μαζί του; Αλλά γιατί; Δεν βρίσκει το λόγο... Αναρωτιέται μόνο τι έγινε τώρα και την πήρε τηλέφωνο. Γιατί τώρα; Μπορεί να ανακάλυψε ότι είναι μελλοθάνατος και αποφάσισε να ζητήσει άφεση αμαρτιών από όσους έχει πληγώσει, είπε αργότερα γελώντας στη φίλη της, σε μια απόπειρα μαύρου χιούμορ.



Σεπτέμβριος 2009

Η Αμαλία βρίσκεται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Θέλει οπωσδήποτε να ξεχαστεί με κάτι. Προσπαθεί μανιωδώς να πάρει το μυαλό της από έναν άνδρα που επί ένα χρόνο είχε μπει τόσο βαθιά μες στο πετσί της (και στο μυαλό και στο κορμί της) που, τώρα που η ιστορία τους ναυάγησε θλιβερά, νιώθει σαν να χρειάζεται, για να τον ξεριζώσει, να κόψει κομμάτια από μέσα της. Πληκτρολογεί ασυναίσθητα τα ονόματα του Κώστα και της Χριστίνας στο google. Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει. Από "τότε", η Αμαλία συνήθιζε να ψάχνει πληροφορίες για τον Κώστα ή τη Χριστίνα, στην αρχή από μανία, ύστερα απλώς από περιέργεια, μια που η ιστορία της με τον Κώστα είχε αποτελέσει, ήθελε δεν ήθελε, ορόσημο στη ζωή της. Δεν είχε βρει ποτέ "κάτι". Το όνομα του Κώστα ήταν πολύ κοινό. Για τη Χριστίνα έβρισκε σποραδικές αναφορές εδώ και κει, καθώς, ως ερασιτέχνης τραγουδίστρια, είχε κάποιο μερίδιο στη διαδικτυακή δημοσιότητα. Ήταν όμως η πρώτη φορά που πληκτρολογούσε τα ονόματά τους μαζί. Μέσα στα πρώτα τρία αποτελέσματα του google εμφανίστηκαν τα ονόματά τους, σε ένα άρθρο με απροσδόκητο τίτλο: "Με κλείσιμο απειλείται ένα από τα καλύτερα ψυχιατρικά ιδρύματα της χώρας". Γεμάτη περιέργεια άνοιξε το άρθρο και άρχισε να διαβάζει.
"Χωρίς περίθαλψη και θεραπεία κινδυνεύουν να μείνουν δεκάδες παιδιά που αντιμετωπίζουν σοβαρά ψυχιατρικά νοσήματα, λόγω της απόφασης του Υπουργείου Υγείας να σταματήσει την επιχορήγηση του -μοναδικού κατάλληλου- Κέντρου Ψ.Υ.Α., που έτσι απειλείται με οριστικό κλείσιμο. Οι γονείς ενός από αυτά, η Χριστίνα Π. και ο Κώστας Κ., εξέφρασαν στην εφημερίδα την αγωνία τους για την τύχη της κόρης τους, που το 2004, σε ηλικία 4 ετών, διαγνώστηκε με σοβαρή ψυχοπαθολογική πάθηση. Έκτοτε, η μικρή νοσηλεύεται στο Κέντρο, το μόνο που μπορεί να εξασφαλίσει σε αυτή και τα υπόλοιπα ομοιοπαθή παιδιά την κατάλληλη φαρμακευτική και ψυχολογική θεραπεία καθώς και τα στοιχειώδη για την κατά το δυνατόν φυσιολογικότερη ζωή."

Η Αμαλία στέκεται μπροστά στην οθόνη, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τις ίδιες γραμμές. Δεν ξέρει τι να πρωτοσκεφτεί, πέρα από το ότι, όταν ευχόταν με όλη τη δύναμη της καρδιάς της να υποφέρει ο Κώστας, δεν πίστευε πως κάποτε θα μάθαινε αυτό. 



Πάντως ένα είναι σίγουρο. Εκείνο το απόγευμα κατάφερε, πράγματι, να απασπάσει τη σκέψη της από αυτό(ν) που τη βασάνιζε. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία...



Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Σαν σαπουνόπερα (4)

Το αντίο το έλεγε στον εαυτό της τις μέρες που ακολούθησαν, το επαναλάμβανε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της για να το "χωνέψει". Όταν δηλαδή τα ερωτηματικά και τα γιατί άφηναν και λίγο χώρο στη συνειδητοποίηση του αντίο... Πάντως, μόνη της απαντήσεις δεν μπορούσε να βρει - όσο κι αν αναρωτιόταν τι μπορεί να είχε συμβεί, όσο κι αν έψαχνε στο παρελθόν για προειδοποιητικά σημάδια, όσο κι αν έστιβε το μυαλό της, η Αμαλία έπεφτε πάνω στο απόλυτο κενό. Και ήταν και αυτή η αίσθηση απουσίας που άρχισε πολύ γρήγορα να τη στοιχειώνει. Της έλειπε ο Κώστας. Πολύ. Και δεν είχε σταματήσει, φυσικά, να της φαίνεται παράλογο, αδιανόητο όλο αυτό. Από τη μια μέρα στην άλλη; Χωρίς αιτία; Χωρίς εξήγηση; Και άρχισε πολύ γρήγορα να τον αποζητάει για όλα αυτά. Αλλά κυρίως γιατί της έλειπε. Και πολύ γρήγορα άρχισε να του ξανατηλεφωνεί. Έτσι, μόνο για να τον ακούσει. Και να "τα πούνε". Σχεδόν δεν τον ρωτούσε "γιατί;", σαν να αποσιωπούσε το χωρισμό από φόβο μην δυσανασχετήσει ο Κώστας και σταματήσει να της μιλάει. Ή, ίσως, για να τον ξορκίσει, σαν να μην είχε ποτέ συμβεί. Αλλά ο Κώστας δεν φαινόταν να θέλει να εξαφανιστεί. Είχε ξαναγίνει ο παλιός καλός Κώστας στο τηλέφωνο. Όχι, δεν είχε αλλάξει τη θέση του για τον χωρισμό. Ούτε εξηγήσεις της έδινε. Όμως δεν σταματούσε στιγμή να της λέει ότι τα αισθήματά του γι' αυτήν δεν είχαν αλλάξει. Δεν σταματούσε να της λέει πόσο ερωτευμένος ήταν. Και της Αμαλίας της ήταν αρκετό... τουλάχιστον να το ακούει...


Kαι κάπως έτσι ήρθε και πέρασε το καλοκαίρι. Με τους δυο τους χώρια, με τακτική τηλεφωνική επικοινωνία, με γλυκόλογα χωρίς υποσχέσεις και με μια υπόγεια, άσβεστη ελπίδα από την πλευρά της Αμαλίας ότι "δεν μπορεί, θα ξανασμίξουμε. Κάπως, κάποτε, θα γίνει. Είναι φανερό ότι με θέλει όσο και γω". Και ήρθε ο Σεπτέμβρης, όταν η Αμαλία έφυγε για τέσσερις μήνες στο εξωτερικό. Φοιτητικές "διακοπές". Αλλαγή περιβάλλοντος, νέες γνωριμίες, νέες εμπειρίες. Όμως το μυαλό της Αμαλίας δεν είχε ξεφύγει τελείως από την Ελλάδα, την Αθήνα και τον Κώστα. Ήταν κι αυτή η τακτική επικοινωνία που συνέχιζαν να κρατάνε. Με αλληλογραφία και e-mails. Τα πρώτα mails της ζωής της η Αμαλία τα έλαβε από τον Κώστα (και ευλαβικά τα εκτύπωσε και τα πήρε μαζί της φεύγοντας, όταν αναγκάστηκε να κλείσει τον φοιτητικό της λογαριασμό από το πανεπιστήμιο που τη "φιλοξένησε" για τέσσερις μήνες). Τόσα γράμματα -ηλεκτρονικά και μη- που έλαβε από τον Κώστα εκείνους τους μήνες της παραμονής της στην Αγγλία δεν έλαβε συνολικά από την οικογένεια και τους φίλους της! Τυχαίο; Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο! Και το ύφος του Κώστα, γνώριμο, τρυφερό, καθησυχαστικό, διακρινόταν πίσω από τις εκατοντάδες εκείνες γραμμές σαν να της έλεγε "εγώ είμαι εδώ και θα είμαι για πολύ ακόμη. Κάνεις καλά που δεν με ξέχασες". - - "Γιατί, άλλωστε, να σου αραδιάζει την προίκα του, αν δεν σκοπεύει να σε παντρευτεί;" έλεγε γελώντας η φίλη της, όταν η Αμαλία της διάβαζε τα γράμματα του Κώστα, όπου συνήθιζε να αναφέρει τα σπίτια που είχε η οικογένειά του στα Μελίσια, σε ένα από τα οποία σκόπευε να μετακομίσει τελειώνοντας το φανταρικό.


Απρίλιος 1998
Η Αμαλία είχε ήδη τρεις μήνες που είχε επιστρέψει στην Ελλάδα. Τον Κώστα δεν τον είχε ξαναδεί, παρά την τακτική τους επικοινωνία που συνεχιζόταν ένα χρόνο σχεδόν μετά το χωρισμό τους. Τότε ήταν που με το πανεπιστήμιο οργανώθηκε μία μεγάλη εκδρομή σε σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους ανά την Ελλάδα, γεγονός που περιελάμβανε και δύο διανυκτερεύσεις στην Αθήνα. Αυτό ήταν! Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε η Αμαλία ήταν ότι ήρθε, επιτέλους, η ευκαιρία να ξαναδεί τον Κώστα ύστερα από τόσο καιρό. Ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει αλλιώς! Πράγματι, το πρώτο βράδυ ο Κώστας ακολούθησε την Αμαλία και την παρέα της στη νυχτερινή τους έξοδο στην Αθήνα, όπως την ακολούθησε στο δωμάτιό της, στο παραλιακό ξενοδοχείο όπου διανυκτέρευε μαζί με τους συμφοιτητές της. Το βράδυ που πέρασαν μαζί η Αμαλία και ο Κώστας ήταν γεμάτο από έρωτα - τόσο που η ελπίδα της Αμαλίας είχε πια μετασχηματιστεί σε πίστη. "Ανήκουμε ο ένας στον άλλο. Δεν μπορεί να μην το βλέπει". Ο Κώστας, όμως, ακόμη κι αν το έβλεπε, δεν μιλούσε. Οι δυο τους μαζί, σαν ζευγάρι, εξακολουθούσαν να μην υπάρχουν στις κουβέντες του.
Κι έτσι το ταξίδι στην Αθήνα ήρθε κι έφυγε, και ο χρόνος περνούσε, και η επικοινωνία συνεχιζόταν, αλλά τίποτα δεν άλλαζε...


Ιούνιος 1998
Ήταν ένα Σάββατο βράδυ, όταν η Αμαλία σχημάτιζε τον αριθμό του Κώστα στο τηλέφωνο, "έτσι, για να τα πούνε". Τον είχε καλέσει και το προηγούμενο βράδυ, αλλά δεν τον είχε βρει. Ενώ όμως είχε αφήσει μήνυμα στον αδερφό του να της τηλεφωνήσει και αυτός την είχε διαβεβαιώσει ότι θα του άφηνε σημείωμα, ο Κώστας δεν το είχε κάνει. Περίεργο, ήταν η πρώτη φορά. Το τηλέφωνο αυτή τη φορά το απάντησε μια γυναικεία φωνή, η μαμά του σκέφτηκε αυτόματα η Αμαλία και αφού τη χαιρέτησε ευγενικά, ζήτησε να μιλήσει στον Κώστα.
- Ο Κώστας δεν θέλει να σου μιλήσει και σε παρακαλεί πολύ να μην τον ξαναενοχλήσεις.
- Ορίστε;
- Αυτό που άκουσες. Είμαι η Χριστίνα. Με τον Κώστα είμαστε ξανά μαζί εδώ και μερικούς μήνες και δεν θέλει να τον ξαναενοχλήσεις.
- (παύση) Θα μπορούσε να μου το πει ο ίδιος αυτό;
- Όχι, δεν ακούς τι σου λέω; Είμαι η Χριστίνα και είμαστε ξανά μαζί. Σταμάτα να τον παίρνεις τηλέφωνο. Δεν σημαίνεις τίποτα για τον Κώστα. Πώς μπορείς να σκέφτηκες ότι αυτό που είχατε ήταν κάτι σημαντικό; Εμείς με τον Κώστα έχουμε μια σχέση ζωής. Εσύ ήσουν η λύση ανάγκης σε μια στιγμή απελπισίας, όταν είχαμε χωρίσει. 


... ... ... ...


Τα υπόλοιπα λίγη σημασία έχουν και αμυδρά τα έχει κρατήσει η Αμαλία στη μνήμη της ύστερα από τόσα χρόνια. Θυμάται τον Κώστα να ψελλίζει κάτι αμήχανες ασυναρτησίες τη μοναδική στιγμή που πήρε το τηλέφωνο. Θυμάται ότι προσπάθησε να πει στη Χριστίνα, για να την πικάρει και να τους δημιουργήσει πρόβλημα, για τη νύχτα που είχαν περάσει με τον Κώστα στην Αθήνα. Θυμάται ότι δεν τα κατάφερε γιατί ο Κώστας τραβούσε το καλώδιο του τηλεφώνου και τους έκοβε τη συνομιλία, την ώρα που η Αμαλία της έλεγε "θέλω να σου μιλήσω" και η Χριστίνα απαντούσε, σαν να υποπτευόταν κάτι, "και γω θέλω να σε ακούσω". Θυμάται ότι έκλεισε το τηλέφωνο και ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή της τι θα πει απόλυτη απόγνωση και ανημποριά. Θυμάται για χρόνια να αναβοσβήνει μες στο μυαλό της η φράση: "ήσουν η λύση ανάγκης σε μια στιγμή απελπισίας". Οι χειρότεροί της φόβοι για τη Χριστίνα είχαν επιβεβαιωθεί από το χειρότερο δυνατό σενάριο... Και η πλήρης κατάρρευση ήρθε τρεις μέρες μετά, όταν κατάφερε να βρει τον Κώστα στο τηλέφωνο μόνο και να τον ρωτήσει αυτό μόνο: "πώς μπόρεσες να την αφήσεις να πει τέτοια πράγματα για μένα;" - "Είναι ο άνθρωπος μου. Και συ το ίδιο θα έκανες".




Ένα χρόνο μετά, ανήμερα της Πρωτομαγιάς του 1999, ο Κώστας και η Χριστίνα παντρεύτηκαν. Περίμεναν το πρώτο τους παιδί. 




(Συνέχεια και τέλος στο επόμενο)









Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Σαν σαπουνόπερα (3)

Μάιος 1997

Κάπως έτσι πέρασαν τρεις μήνες, με πολύ έρωτα και λίγη αγωνία πού και πού για το "καταραμένο παρελθόν". Kάποια μέρα, εκεί κοντά στη γιορτή του, o Κώστας ακούστηκε "κάπως" στο τηλέφωνο. Βρισκόταν στην Αθήνα, δεν είχαν βρεθεί σε εκείνη την άδειά του με την Αμαλία. "Κάπως" προβληματισμένος, "κάπως" απόμακρος, "κάπως" περίεργος. "Δεν έχω τίποτα, δεν συμβαίνει τίποτα" απάντησε επίμονα στις ερωτήσεις της Αμαλίας και εκείνη το άφησε έτσι, όμως με μια αμφιβολία να την σιγοτρώει.

Η παραδοχή ήρθε λίγες μέρες μετά. "Είχες δίκιο, δεν είμαι πολύ καλά. Σκέφτηκα πολύ αυτές τις μέρες. Θεωρώ καλύτερο να χωρίσουμε. Αν δεν το κάνουμε τώρα, θα το μετανιώσουμε αργότερα. Νομίζουμε ότι ταιριάζουμε αλλά δεν ισχύει". Κεραυνός εν αιθρία! "να χωρίσουμε"; "θα μετανιώσουμε"; "δεν ταιριάζουμε"; Η Αμαλία δεν ήξερε τι να σκεφτεί, τι να απαντήσει. Μόνο ρωτούσε ξανά και ξανά: "γιατί; τι συνέβη τώρα; γιατί λες ότι θα το μετανιώσουμε;" - για να πάρει κάθε φορά την ίδια απάντηση: "θα δεις ότι έχω δίκιο. Αν δεν το κάνουμε τώρα, θα το μετανιώσουμε οικτρά αργότερα". Τα ερωτηματικά σφυροκοπούσαν το μυαλό της Αμαλίας. Πόση μεταστροφή από τη μια μέρα στην άλλη! Σχεδόν δεν αναγνώριζε τον Κώστα, που επαναλάμβανε στα τηλεφωνήματά της χωρίς ουσιαστικές εξηγήσεις: "κάποια στιγμή θα δεις ότι έχω δίκιο".

Οι μέρες άρχισαν να κυλάνε βασανιστικά άσχημα. Αρχικά, η Αμαλία προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της και περίμενε την επόμενη άδειά του για να τον δει, να τον ακούσει από κοντά, να μιλήσουνε. Πίστευε ότι μόλις θα αντάμωναν, όλα θα έμπαιναν στη θέση τους. "Δεν μπορεί ξαφνικά να έγινε άλλος άνθρωπος. Μπορεί; Όχι, δεν μπορεί". Οι μέρες όμως περνούσαν και ο Κώστας επέμενε να κρύβεται πίσω από την ίδια μονότονη απάντηση, που την πρόφερε με έναν τρυφερό, αλλά συνάμα συγκαταβατικό, "πατρικό" τόνο σαν να έλεγε: "Ξέρω εγώ τι λέω. Εσύ δεν σκέφτεσαι λογικά. Παρασύρεσαι. Εμένα να ακούς" - και η Αμαλία άρχισε να θυμώνει. και να απελπίζεται. και να δυσανασχετεί. και να αντιδρά. "Αν είναι στην άδειά σου να έρθεις στη Θεσσαλονίκη μόνο και μόνο για να μου πεις να χωρίσουμε, μην έρθεις καθόλου". Δεν φανταζόταν εκείνη τη στιγμή που πρόφερε αυτές τις λέξεις πόσο πιο εύκολο του το έκανε. Έναν χωρισμό χωρίς εξηγήσεις, χωρίς κατά μέτωπο αντιμετώπιση. Ήθελε μόνο να προστατέψει τον εαυτό της. Να μην τον δει να έρχεται, αν ήταν μόνο και μόνο για να τον αφήσει να φύγει. Όχι, ας μην έρθει καθόλου καλύτερα...

Η μέρα της άδειας έφτασε, ηλιόλουστη... Ο Μάης στα τελευταία του, το καλοκαίρι πλησίαζε. Αυτό το καλοκαίρι για το οποίο, μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, ο Κώστας και η Αμαλία σχεδίαζαν να επισκεφθούν τη Σαντορίνη. Η Αμαλία έφτασε στο καρτοτηλέφωνο και με ένα σφίξιμο στο στομάχι έβαλε την τηλεκάρτα στην υποδοχή. Μια τηλεκάρτα με τη λίμνη Κερκίνη, που μέχρι σήμερα βρίσκεται κάπου κρυμμένη στο "κουτί των αναμνήσεών" της. Σχημάτισε τον αριθμό του φυλακίου και όταν απάντησε ο Κώστας μία ερώτηση είχε μόνο να του κάνει: "Θα πας στην Αθήνα τελικά;" - "Ναι". 

Η Αμαλία γύρισε και κοίταξε την οθόνη του τηλεφώνου. Οι μονάδες λιγόστευαν μία μία. Και οι λέξεις της επίσης. Σκέφτηκε για ένα δευτερόλεπτο να του μιλήσει. Και ταυτόχρονα το ένιωσε τόσο μάταιο. Ο χρόνος της τηλεκάρτας λιγόστευε. Τι να του πρωτοπεί; Και τι να του έλεγε ακόμη κι αν είχε όλο το χρόνο μπροστά της. Ο Κώστας είχε αποφασίσει να γυρίσει στην Αθήνα. Τέλος. Σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν το "ναι" του Κώστα υπήρχε μόνο σιωπή. Η Αμαλία έκλεισε το τηλέφωνο λίγο πριν μηδενιστεί ο χρόνος, χωρίς να πει ούτε λέξη... Ούτε ένα αντίο...

(Συνεχίζεται)





Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Σαν σαπουνόπερα (2)

Η απόσταση ήταν βεβαίως ένα θέμα, επρόκειτο για μια σχέση μοιρασμένη ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και τη Λάρισα - αλλά όχι και τόσο τραγικό. Έκανε, τουλάχιστον, ακόμη πιο παράφορο τον έρωτα ανάμεσά τους. Για την Αμαλία τουλάχιστον - που μάθαινε από τον Κώστα, τον θαύμαζε. Ήταν και που ο Κώστας ήταν μεγαλύτερός της. Όχι πολύ, τέσσερα μόνο χρονάκια, τώρα θα της φαινόταν αστεία τέτοια διαφορά. Αλλά τότε, στα 21 της, και σε σύγκριση με τους συνομηλίκους της, ο Κώστας ήταν σίγουρα "αλλιώς". Πιο σίγουρος, πιο έμπειρος, πιο "άντρας". Αλλά και όλα αυτά τι σημασία έχουν; Όταν ερωτεύεσαι στα 21 δεν είναι σίγουρο ότι ξέρεις γιατί και τι ερωτεύεσαι. Αλλά και ο Κώστας έδειχνε και δήλωνε ερωτευμένος. Και τόνιζε πολλές φορές πόσο καλά ένιωθε μαζί της, πόσο όμορφα ήταν, σε αντίθεση με "πριν". 


Το "πριν" ήταν η Χριστίνα. Έξι ολόκληρα χρόνια από το παρελθόν του. Μια σχέση τυραννική, όπως έλεγε, όπου κατέληξε πολύ γρήγορα να νιώθει ευνουχισμένος. Όπου η χαρά και ο έρωτας αντικαταστάθηκαν από ζήλεια. Και από καβγάδες. Και από καταπίεση. Και από απιστία. "Ήταν μια αρρωστημένη σχέση εξάρτησης" - έτσι χαρακτήριζε ο Κώστας το δέσιμο του με τη Χριστίνα. "Όμως αυτή τη φορά έφυγα εγώ και είναι οριστικό". Έτσι είπε ο Κώστας στην Αμαλία μια μέρα. Βλέπετε, με τη Χριστίνα είχαν χωρίσει κι άλλες φορές. Δύο, για την ακρίβεια. Και τις δύο τον χώρισε η Χριστίνα. "Εγώ δεν ήθελα. Λειτουργούσα σαν εθισμένος. Ή σαν λοβοτομημένος. Όσο πιο άσχημα μου φερόταν, τόσο πιο έντονα αγκιστρωνόμουν πάνω της. Τη δεύτερη φορά, για να με κάνει να αποδεχτώ το χωρισμό, μου "πέταξε στα μούτρα" την απιστία της. Πληγώθηκα, μαλώσαμε, αλλά για να δεχτώ να χωρίσω ούτε λόγος! Μπορεί και να της φώναξα, δεν σ' αφήνω να φύγεις! Έφτασα στο σημείο να πάω με τον κολλητό μου στο Ναύπλιο, εκεί όπου η Χριστίνα μου είπε ότι με κεράτωσε με τον μπάρμπαν του ξενοδοχείου. Μείναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Ήθελα να τον δω, να δω ποιος είναι".


Η Αμαλία κάθε φορά που άκουγε τον Κώστα να της μιλάει για όλα αυτά, ανάμικτα συναισθήματα την πλημμύριζαν. Ήταν χαρούμενη που τώρα τον έβλεπε χαρούμενο. Και που της έλεγε ότι αυτή τον έκανε ευτυχισμένο. Όμως ένιωθε και έναν αδιόρατο φόβο γι' αυτό το τόσο δυνατό παρελθόν του Κώστα, κι ας της έλεγε ότι το είχε εξορκίσει. Κι ένιωθε και ζήλεια και κάτι σαν "δέος" γι' αυτήν την κοπέλα που, αν και με κατακριτέα (πολύς ελαφρύς ο χαρακτηρισμός) συμπεριφορά, είχε καταφέρει να τον κρατήσει για έξι χρόνια κοντά της. Κι αναρωτιόταν και τι άνθρωπος ήταν ο Κώστας που τα είχε δεχτεί όλα αυτά. Τι σήμαιναν για το χαρακτήρα του; Για το δέσιμό του με τη Χριστίνα; 


Η συμπεριφορά του Κώστα, όμως, δεν της άφηνε πολλά περιθώρια για αμφιβολίες. Παρά την απόσταση, παρά το βαρύ παρελθόν, ο Κώστας ήταν εκεί. Ώριμος, ήρεμος, τρυφερός, ξέγνοιαστος, έμπειρος εραστής, καθ' όλα "υγιής"! 


(Συνεχίζεται)





Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Σαν σαπουνόπερα (1)

Φεβρουάριος 1997


Όταν η Αμαλία γνώρισε τον Κώστα ήταν 21 χρονών. Κάπως ρομαντική λόγω ηλικίας, αλλά δεν θα την έλεγες και πρωτάρα. Είχε ήδη κάνει δύο σχέσεις, την πρώτη μάλιστα έχοντας ερωτευτεί σφόδρα, με όλα τα χαρακτηριστικά του πρώτου εφηβικού ολοκληρωμένου έρωτα - όπου οι δυο τους ορκίζονταν ότι θα έμεναν μαζί για πάντα και έκαναν όνειρα για το μελλοντικό τους σπίτι και τα ονόματα των παιδιών τους. 

Με τον Κώστα όμως ήταν αλλιώς. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Μάλλον πριν καν την πρώτη ματιά. Όταν ένας φίλος ανακοίνωσε στη γυναικεία φοιτητοπαρέα: "το επόμενο τριήμερο θα φιλοξενήσω τον φίλο μου τον Κώστα", η καρδιά της σκίρτησε αδικαιολόγητα. "Καλός, καλός;" ρώτησε τον φίλο, προσπαθώντας να βγάλει λαβράκι. "Έχει σχέση με τη Χριστίνα" ήταν η απάντησή του, αλλά για κάποιο λόγο το ηθικό της -και το προαίσθημά της- παρέμενε ψηλά. Όλη την επόμενη εβδομάδα την πέρασε με μία περίεργη ανυπομονησία και όταν τελικά ήρθε η Πέμπτη που τον πρωτοαντίκρυσε, ο κεραυνοβόλος έρωτας ήταν γεγονός. Τη στιγμή που έγιναν οι συστάσεις από τον φίλο τους, ένιωσε αυτό που περιγράφουν τα άθλια ροζ "λογοτεχνήματα": εξαφανίστηκε ο κόσμος γύρω της, σταμάτησε ο χρόνος και άκουγε μόνο την καρδιά της να βροντοχτυπάει την ώρα που βυθιζόταν στο μπλε των ματιών του. Της πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθει και να δώσει το χέρι της, όταν συνειδητοποίησε ότι και ο Κώστας μάλλον στα ίδια χάλια ήταν, καθώς άκουσε τον φίλο τους να τους λέει, προσπαθώντας προφανώς να τους συνεφέρει από τον ερωτικό καταπέλτη: "Δώστε τώρα το χεράκι. Μπράβο, καλά παιδιά".

Η υπόλοιπη βραδιά κύλησε νεράκι. Η Αμαλία παράτησε το μάθημα που έδινε εκείνο το απόγευμα -πράγμα πρωτάκουστο γι' αυτήν, που, αν και δεν ήταν η άριστη φοιτήτρια, ήταν σίγουρα συνεπής-, για να κατέβει μια ώρα αρχύτερα στο κυλικείο της σχολής, όπου περίμενε ο Κώστας τον φίλο του και "τα κορίτσια" για να συνεχίσουν το βράδυ τους σε ένα αγαπημένο στέκι τους στην πόλη. Εκεί στο κυλικείο αντάλλαξαν τις πρώτες τους κανονικές κουβέντες, ένα σωρό από αυτά τα καθημερινά, ασήμαντα λόγια που αποκτούν αξία μόνο και μόνο επειδή τα είπες μαζί του, μια συνομιλία που ακόμη και η ίδια δυσκολευόταν να φέρει στη μνήμη της κάποιο καιρό μετά. Ίσως γιατί εκείνη η συνεύρεση στο κυλικείο σφραγίστηκε με ένα μικρό συμβάν, που έσβησε όλα τα υπόλοιπα από την μνήμη. Την ώρα που μιλούσαν και ο Κώστας έπαιζε στα χέρια του το βιβλίο που διάβαζε όσο περίμενε, μία φωτογραφία έπεσε από τις σελίδες του. Η Αμαλία ίσα που πρόλαβε να δει μία χαμογελαστή, μελαχρινή κοπέλα, πριν αυτός σκύψει και τη βάλει ξανά μέσα στο βιβλίο, σπεύδοντας να προσθέσει, κάπως σαν απολογούμενος: "Είναι η Χριστίνα, η πρώην μου. Μου έκανε δώρο αυτό το βιβλίο όταν έφυγα για το φυλάκιο και απλώς έμεινε εδώ". Η λέξη "πρώην" ήταν αρκετή για την Αμαλία εκείνη τη στιγμή.

Η υπόλοιπη βραδιά εξελίχθηκε υπέροχα, όπως και το τριήμερο, με καθημερινές εξόδους, σινεμά, χορό, ποτά και τη χημεία όλο να αναπτύσσεται, και σφραγίστηκε με τα πρώτα φλογερά φιλιά, το βράδυ πριν φύγει ο Κώστας για το στρατόπεδο. Για την Αμαλία, το επόμενο τρίμηνο κύλησε με άξονα τα "μέσα - έξω" του Κώστα, τα "μέσα - έξω" από το στρατόπεδο δηλαδή, με πολλά τηλεφωνήματα από το σπίτι, αλλά και από περίπτερα και καρτοτηλέφωνα (από το φόβο της μην εκτινάξει το λογαριασμό του ΟΤΕ στον αέρα και ακούσει κατσάδα), με σημειώσεις στο ημερολόγιο, όπου οι μέρες που θα τον έβλεπε σημειώνονταν με μία τελίτσα ή, συχνότερα, μία καρδούλα, και με αλλεπάλληλα ταξίδια Θεσσαλονίκη - Αθήνα, αναλόγως πού ήταν πιο βολικό κάθε φορά να βρεθούν, στην πόλη του ή στην πόλη της. Ναι, ο Κώστας δεν ήταν μόνο φαντάρος σε άλλη πόλη, ήταν και από άλλη πόλη.

(Συνεχίζεται)